Word Meaning Occurrences
ἀμαθής, ές ignorant 1
ἀμαράντινος, η, ον unfading 1
ἀμάραντος, ον unfading 1
ἁμαρτάνω to sin 43
ἁμάρτημα, τος, τό sin 4
ἁμαρτία, ας, ἡ sin, guilt 173
ἀμάρτυρος, ον without witness 1
ἁμαρτωλός, όν sinful 47
ἄμαχος, ον peaceable 2
ἀμάω mow 1
ἀμέθυσος, ου, ὁ amethyst 1
ἀμεθύστινος, ον z ametystu 0
ἀμέθυστος, ου, ὁ amethyst 1
ἀμελέω to neglect 4
ἄμεμπτος, ον blameless 5
ἀμέμπτως blamelessly 2
ἀμέριμνος, ον free from care 2
ἀμετάθετος, ον impossible; unalterable 2
ἀμετακίνητος, ον immovable 1
ἀμεταμέλητος, ον without regret 2